 Η πρόκριση της αυτοαπασχόλησης σε σχέση με τη μισθωτή εργασία στην ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί απλώς μια εναλλακτική επιλογή χρήσης του ανθρώπινου δυναμικού, της οποίας οι επιπτώσεις εξαντλούνται στον περιορισμό των κρατικών εσόδων λόγω της φοροδιαφυγής ή των περιορισμών ασφαλιστικών εισφορών.
Αποτελεί μια επιλογή με πολύ σημαντικές ποιοτικές επιπτώσεις στη λειτουργία της ελληνικής αγοράς εργασίας, η οποία οδηγεί και στον περιορισμό της απασχόλησης. Αυτό συμβαίνει γιατί η ευρεία διάδοση της αυτοαπασχόλησης εισάγει ένα σημαντικό κόστος εισόδου στην αγορά εργασίας.
Συγκεκριμένα, η επιλογή της αυτοαπασχόλησης έχει ένα σημαντικό αρχικό κόστος με τη μορφή της υποχρέωσης ανοίγματος βιβλίων, αλλά και ένα σημαντικό κόστος λειτουργίας που προέρχεται από τις αυξημένες υποχρεώσεις σε σχέση με τις συναλλαγές με το κράτος. Σε αυτά προστίθεται και η αβεβαιότητα που δημιουργεί όλο το σχετικό πλέγμα της διαδεδομένης, αλλά και βάσιμης άποψης ότι κάθε αυτοαπασχολούμενος φοροδιαφεύγει.
Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω καθιστά την αυτοαπασχόληση ουσιαστική επιλογή μόνο για όσους είναι διατεθειμένοι να αποδεχτούν τους όρους αυτούς και το κόστος που συνεπάγονται. Το κόστος όμως αυτό είναι μάλλον απαγορευτικό ειδικά για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας και γενικώς όσους έχουν δεξιότητες που δικαιολογούν -σχετικά- χαμηλές αμοιβές.
Το κόστος αυτό καθίσταται συμφέρον και «βιώσιμο» μόνο όταν ο αυτοαπασχολούμενος έχει αποφασίσει να φοροδιαφύγει, καθώς η πρακτική του κράτους να αντιμετωπίζει τους αυτοαπασχολούμενους σαν κατά τεκμήριο φοροφυγάδες, σημαίνει ότι ο έντιμος αυτοαπασχολούμενος βρίσκεται στη δυσμενή θέση να καταβάλει μεν τις νόμιμες υποχρεώσεις του, όμως να επιβαρύνεται και επιπλέον με το κόστος που του επιβάλλει το κράτος υποθέτοντας ότι φοροδιαφεύγει.
Ετσι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η σχετική νομοθεσία στη χώρα μας αποκλείει αποτελεσματικά από την αυτοαπασχόληση όσους δεν θέλουν να φοροδιαφύγουν, ειδικά όταν τα εισοδήματά τους είναι σχετικά μικρά, και όταν οι εναλλακτικές απασχόλησής τους στη μισθωτή εργασία είναι τόσο περιορισμένες.
Με άλλα λόγια, η εύνοια προς την αυτοαπασχόληση με τους όρους που ισχύουν στην Ελλάδα αυξάνει το κόστος συμμετοχής στην αγορά εργασίας στα πλέον αδύναμα μέλη της κοινωνίας και όσους θέλουν να επιλέξουν αυτή τη μορφή απασχόλησης χωρίς να παραβαίνουν τον νόμο, τη στιγμή που επιδοτεί ουσιαστικά τους οικονομικά πιο ισχυρούς που φοροδιαφεύγουν. Επιπλέον, οι περισσότερες ώρες εργασίας των αυταπασχολούμενων, απόρροια της ελκυστικότητάς τους ως συντελεστή εργασίας, μοιράζουν την πίτα των αμοιβών σε λιγότερα φυσικά πρόσωπα, συμβάλλοντας παραπέρα στην αρνητική επίδραση που έχει στην Ελλάδα η πρόκριση της αυτοαπασχόλησης στη συνολική απασχόληση.
Συνεπώς η ισότιμη φορολογική και ασφαλιστική αντιμετώπιση της αυτοαπασχόλησης με τη μισθωτή εργασία αναδεικνύεται όχι μόνο σε μέτρο υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και σε μέτρο υπέρ της αύξησης της απασχόλησης στο σύνολό της, μέσα βέβαια στα δεδομένα που καθορίζει η ανταγωνιστικότητα και συνεπώς η δυνατότητα παραγωγής και δημιουργίας θέσεων εργασίας στην οικονομία.
Στο πεδίο των ασφαλιστικών εισφορών, ειδικότερα, θα μπορούσε να εξεταστεί η εξίσωση των ασφαλιστικών εισφορών των αυτοαπασχολουμένων με αυτές των μισθωτών. Η προοπτική μιας τέτοιας αύξησης θα είχε και, εύκολα υπολογίσιμες, σημαντικές επιδράσεις στα έσοδα των πολύπαθων ασφαλιστικών ταμείων. Μια ενδεικτική αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών σε ελεύθερους επαγγελματίες και «εμπόρους/βιομηχάνους» με διαμόρφωση κλίμακας 10% για εισοδήματα (τους) άνω των 15.000 ευρώ και με οροφή αντίστοιχη του ΙΚΑ στα 70.000 ευρώ, θα απέφερε τελικά στα ασφαλιστικά ταμεία ετήσια έσοδα τουλάχιστον 200 εκατ. ευρώ.
Φυσικά, ενδιαφέρον έχει, ειδικά για τα δημοσιονομικά μεγέθη, και η εξομοίωση των παροχών προς τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ με τους ασφαλισμένους του Δημοσίου καθώς, για παράδειγμα, μετά την πρόσφατη δικαστική κατάργηση των ανώτατων ορίων που είχαν εισαχθεί στα εφάπαξ πληρωμών με τη συνταξιοδότηση, υπάρχει και πάλι μεγάλος αριθμός συνταξιοδοτούμενων από το δημόσιο τομέα ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τον χώρο των ΔΕΚΟ, οι οποίοι λαμβάνουν υπέρογκα εφάπαξ, που ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.
Εφάπαξ τα οποία κανένα ασφαλιστικό σύστημα δεν μπορεί να καταβάλει σε πολλούς χωρίς να αποκτήσει σημαντικό δημοσιονομικό πρόβλημα και τα οποία σημειώνεται ότι δεν υπάρχουν σε καμία άλλη ανεπτυγμένη χώρα.
Ανεξάρτητα των μεταβολών των εισφορών έχει συνεπώς σημασία, με δεδομένο το ύψος τους, να αυξηθεί η ανταποδοτικότητα των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τη μισθωτή κυρίως εργασία για τη μεγάλη πλειονότητα των ασφαλισμένων στη χώρα μας και να εξαλειφθούν περιπτώσεις όπου λίγοι λαμβάνουν προκλητικά μεγάλες παροχές σε σχέση με τη συμβολή τους στο σύστημα, αν και αυτό βέβαια είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθεί.
Του ΘΟΔΩΡΗ ΠΕΛΑΓΙΔΗ
Καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς
|